Θρομβοφιλία και Κύηση

Τι είναι η Θρομβοφιλία

Η θρομβοφιλία αποτελεί ένα πολύπλοκο πολυγονιδιακό σύνδρομο, στο οποίο κληρονομικοί, επίκτητοι και φυσιολογικοί παράγοντες παίζουν καθοριστικό ρόλο. Θρομβοφιλία ορίζεται η προδιάθεση του αίματος για παθολογική δημιουργία θρόμβου. Η θρομβοφιλία δεν είναι νόσος αλλά είναι προδιάθεση για θρομβωτικές παθήσεις όταν ο οργανισμός βρεθεί σε συγκεκριμένες  συνθήκες που ευνοούν τη δημιουργία παθολογικού θρόμβου (εγκυμοσύνη, θεραπεία με οιστρογόνα ή αντισυλληπτικά, ακινησία, διαταραχή της ομαλής κυκλοφορίας, τραύμα, εγχείρηση, κάπνισμα, stress, κ.ά.). Oι παράγοντες που προδιαθέτουν στο σχηματισμό θρόμβων είναι: α) η επιβράδυνση της ροής του αίματος, β) ο πιθανός τραυματισμός ή φλεγμονή των αγγείων και γ) η υπερπηκτικότητα του αίματος. Η θρόμβωση έχει άλλοτε άλλες συνέπειες (άμεσες, σταδιακές ή μακροχρόνιες)που ο χαρακτήρας και η βαρύτητά τους εξαρτώνται κυρίως από την θέση και το όργανο που προσβάλλεται.

ΚΑΤΑ ΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΗΣ ΚΥΗΣΗΣ
Ο ρόλος της πήξης του αίματος σε όλη τη διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι καθοριστικός. .Από την σύλληψη κιόλας, η πήξη του αίματος επιτελεί καθοριστική λειτουργία, αφού η σωστή ροή αίματος (και επομένως οξυγόνου και θρεπτικών συστατικών) βοηθάει στην εμφύτευση, ανάπτυξη και ωρίμανση του γονιμοποιημένου ωαρίου. Αργότερα, στην εξέλιξη της εγκυμοσύνης, η απρόσκοπτη τροφοδοσία του πλακούντα εξαρτάται από την καλή αιμάτωσή του. Οποιαδήποτε θρομβοφιλική διάθεση της εγκύου μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρη γήρανση του πλακούντα, σύνδρομο αναστολής της ανάπτυξης του εμβρύου, προεκλαμψία, πρόωρο τοκετό ή και ενδομήτριο θάνατο. Η ανεξήγητη εμβρυϊκή απώλεια σε γυναίκες με θρομβοφιλία πιστεύεται ότι οφείλεται στη μητρο-πλακουντιακή ανεπάρκεια και τη θρόμβωση. Τέλος, στην περίοδο του τοκετού και της λοχείας, ο μηχανισμός πήξης του αίματος είναι ζωτικής σημασίας για την υγεία της γυναίκας, επειδή διασφαλίζει τόσο την αιμόσταση κατά την γέννα, όσο και την καλή κυκλοφορία του αίματος (ώστε να αποτρέπεται η παθολογική θρόμβωση).Η πλακουντιακή αγγειακή θρόμβωση και το έμφρακτο μπορούν να συμβούν και από τις δυο πλευρές (εμβρυϊκή και μητρική) του πλακούντα.Οι κυριότερες επιπλοκές της θρομβοφιλίας που παρουσιάζονται σε όλη τη διάρκεια της κύησης, της λοχείας αλλά και κατά την λήψη αντισυλληπτικών, και είναι : α)Εν τω βάθει φλεβική θρόμβωση, β)Πνευμονική εμβολή, γ)Σύνδρομο ενδομήτριας αναστολής της εμβρυϊκής ανάπτυξης, δ) Προεκλαμψία,ε)Καθ’ έξιν αποβολές και ε)«Ανεξήγητη» υπογονιμότητα. Η περίοδος της λοχείας, η οποία διαρκεί 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό, σχετίζεται με ακόμα μεγαλύτερη πιθανότητα θρόμβωσης από ότι η εγκυμοσύνη. Η συνύπαρξη παραγόντων όπως η μεγάλη ηλικία, η καισαρική τομή, η παρατεταμένη ακινητοποίηση, η παχυσαρκία και προηγούμενο ιστορικό θρόμβωσης αυξάνουν πολύ τον κίνδυνο θρόμβωσης κατά την εγκυμοσύνη.

ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΟΣ ΕΛΕΓΧΟΣ
Η ύπαρξη γενετικών διαταραχών που προδιαθέτουν σε θρομβώσεις ορίζεται ως συγγενής θρομβοφιλία. Οι πιο συχνοί γενετικά καθορισμένοι θρομβοφιλικοί παράγοντες είναι : ο παράγοντας V-Leiden, οι μεταλλάξεις του γονιδίου της προθρομβίνης, οι μεταλλάξεις του γονιδίου της ομοκυστεϊνης (MTHFR), η ανεπάρκεια της αντιθρομβίνης και η ανεπάρκεια των πρωτεϊνών C και S.Η κληρονομική θρομβοφιλία σχετίζεται συνήθως με φλεβικές θρομβώσεις. Ωστόσο, σε συνδυασμό με άλλους παράγοντες κινδύνου, όπως κάπνισμα, διαβήτης, μπορεί επίσης να προκαλέσει αρτηριακές θρομβώσεις.
Ο εργαστηριακός έλεγχος περιλαμβάνει:  τις εξετάσεις αιμόστασηςμε όλους τους παράγοντες και τις πρωτεΐνες της πήξεως, τον βασικό έλεγχο της θρομβοφιλίας καθώς και τον γονιδιακό έλεγχο της θρομβοφιλίας. O εργαστηριακός έλεγχος επίσης, είναι μείζονος σημασίας και κατά την διάρκεια της κύησης και η παρακολούθηση της πορείας της εγκύου από αιματολόγο.

ΘΕΡΑΠΕΙΑ
Η προτεινόμενη θεραπεία στις περιπτώσεις διαγνωσμένης πλέον θρομβοφιλίας στις καθ’ έξιν αποβολές, συνίσταται στη χορήγηση χαμηλών δόσεων ασπιρίνης ή/ και ηπαρίνης χαμηλού μοριακού βάρους (LMWH), λόγω των πολλαπλών πλεονεκτημάτων,  ημερησίως. Πολλοί ερευνητές επίσης, τονίζουν ότι θεραπεία εκλογής είναι μάλλον ο συνδυασμός χαμηλού μοριακού βάρους ηπαρίνης και χαμηλής δόσης ασπιρίνης, χωρίς όμως να έχει κατοχυρωθεί στατιστικά σε καμιά έρευνα. Όσον αφορά τώρα, στην παρουσία μετάλλαξης στη MTHFR,  χορηγούμε ταυτόχρονα με τη λοιπή θεραπεία φυλλικό οξύ, καθώς και βιταμίνη Β6 και βιταμίνη Β12. Τέλος, η έναρξη της θεραπείας τοποθετείται προ της κυήσεως, δεδομένου ότι υπάρχουν σαφείς ενδείξεις ότι γυναίκες με ιστορικό επανειλημμένων αποβολών, βρίσκονται σε μια πρώιμη κατάσταση διαταραχής της πηκτικότητας ακόμη και όταν δεν είναι έγκυες. Παλαιότερα, στην θεραπεία περιλαμβανόταν και ανοσοκαταστολή με γλυκοκορτικοστεροειδή και υψηλές δόσεις ενδοφλέβιας ανοσοσφαιρίνης καθώς επίσης και αντιθρομβωτική θεραπεία, με αναστολείς των αιμοπεταλίων και αντιπηκτικά. Σήμερα όμως, η ενδοφλέβια χορήγηση ανοσοσφαιρίνης εχει περιοριστεί μόνο στις περιπτώσεις γυναικών με αντιφωσφολιπιδικό σύνδρομο (ΑΡLS) και καθ’ έξιν αποβολές, ενώ η χορήγηση γλυκοκορτικοειδών, μετά από πολλές έρευνες εγκαταλήφθηκε από τη θεραπευτική φαρέτρα  γιατί κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης συσχετίσθηκε με σημαντική αύξηση της μητρικής και εμβρυϊκής νοσηρότητας.

Share: