ΑΝΑΙΜΙΑ ΣΤΗΝ ΚΥΗΣΗ

Κατά την διάρκεια της εγκυμοσύνης είναι φυσιολογικό να παρατηρείται μείωση της τιμής οτυ αιματοκρίτη. Η εκσεσημασμένη όμως αναιμία κατά την κύηση συνδέεται με αυξημένο κίνδυνο για πρωορότητα,καθυστερημένη ενδομήτρια ανάπτυξη, ακόμη και ενδομήτριο θάνατο.

Ο όγκος του πλάσματος κατά την διάρκεια της κύησης αυξάνει με αποτέλεσμα την αναιμία, λόγω αιμοαραίωσης. Το γεγονός αυτό ξεκινά από την έκτη εβδομάδα και φθάνει έως και την 22η-24η εβδιμάδα της κύησης , οπότε και η αύξηση του όγκου του πλάσματος είναι δυσανάλογη με την αύξηση της μάζας των ερυθρών της μητέρας και έτσι δημιουργείται η αναιμία εξ αραιώσεως . Έτσι η πτώση των τιμών της αιμοσφαιρίνης και του αιματοκρίτη ξεκινούν από την 6η εβδομάδα και οι ισορροπίες αποκαθίστονται περί την 22η εβδομάδα, οπότε και αρχίζει να αυξάνεται και πάλι η μάζα των ερυθροκυττάρων της μητέρας. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας η φυσιολογική εξ αραιώσεως αναιμία της κύησεως μπορεί να φτάσει μέχρι 11g/dl κατά το πρώτο 1ο και τρίτο 3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και έως 10,5g/dl κατά το 2ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης.

Επίσης οι ανάγκες του εμβρύου που αναπτύσσεται έχει ως αποτέλεσμα μεγαλύτερες ανάγκες σιδήρου και φυλλικού οξέος, με αποτέλεσμα την πτώση των τιμών αυτών των ιχνοστοιχείων στην μητέρα. Η σιδηροπενική αναιμία είναι η πιό συχνή μορφή αναιμίας κατά την κύηση. Οι μειωμένες αποθήκες σιδήρου προ της κυήσεως λόγω μεγάλου όγκου εμμήνου ρύσεως αποτελούν την πιο συχνή αιτία. Οι αυξημένες ανάγκες κατά την εγκυμοσύνη οδηγούν σε μεγάλο και αρνητικό ισοζυγιο σιδήρου και έτσι εμφανίζεται η σιδηροπενική αναιμία κατά το τρίτο κυρίως τρίμηνο.Φυσιολογικά στον κύκλο μίας εγκυμοσύνης χάνει περί τα 680mg σιδήρου (εμβρυική αιμοποίηση, πλακούντας , ομφάλιος λώρος, αμηνόρροια), που αντιστοιχούν σε 1300ml αίματος . Οι ημερήσιες ανάγκες σε σίδηρο κατά την κύηση είναι περί τα 2,5mg/ημέρα για τα δύο πρώτα τρίμηνα της κύησης , που αυξάνουν έως και τα 7,5 mg στο τελευταίο τρίμηνο. Σιδηροπενική αναιμία της μητέρας κατά το πρώτο και δεύτερο τρίμηνο συσχετίζεται με διπλάσιο κίνδυνο πρόωρου τοκετού και λιποβαρών εμβρύων. Η διάγνωση της σιδηροπενίας βασίζεται στις τιμές : αιμοσφαιρίνης , αιματοκρίτη, σιδήρου, τρανσφερίνης, σιδηροδεσμευτικής ικανότητας, αλλά στους δείκτες : MCV,MCH,TIBC. H συμπληρωματική δόση σιδήρου ξεκινά από 60mg/ημέρα και μπορεί να φτάσει και τα 200mg, ανάλογα με την επίπτωση της σιδηροπενίας. Προτιμάται ο δισθενής θειικός σίδηρος λόγω καλύτερης συστηματικής απορρόφησης, ενώ η παρεντερική χορήγηση σιδήρου έχει θέση μόνο σε σοβαρή δυσανεξία των από του στόματος δισκίων ή επί δυσσαπορόφησης, όπως γαστρεκτομής και τέλος σε περιπτώσεις όπου η απώλςια του αίματος είναι ταχύτερη από την αναπλήρωση αυτού. Yπάρχουν πολλές μελέτες που υποστηρίζουν την παρεντερική, ενδοφλέβια χορήγηση σιδήρου, μιας και τα νέα σκεύασματα χορήγησης είναι υπεραποτελεσματικά και πολύ εύκολα στην χορήγησή τους. Ένας απλός τύπος για τον υπολογισμό της δόσεως του σιδήρου γίνεται με τον τύπο :

ΔΟΣΗ Fe = ΒΑΡΟΣ ΣΩΜΑΤΟΣ σε kg x έλλειμα Hb x 3. Η μετάγγιση με συμπυκνωμένα ερυθρά αποτελεί την τελευταία επιλογή, σε περιπτώσεις αποτυχίας των προηγουμένων θεραπειών.

Εάν η μητέρα πάσχει και από κάποιο θαλασσαιμικό σύνδρομο τότε παρατηρείται ακόμη μεγαλύτερη πτώση του αιματοκρίτη. Οι ασθενείς με ομόζυγο Β θαλασσαιμία πρέπει να παρακολουθούνται συστηματικά από κέντρα μεσογειακής αναιμίας. Οι γυναίκες με ετερόζυγο β θαλασσαιμία δεν εμφανίζουν συνήθως ιδαίτερα προβλήματα κατά την κύηση, αν και συνήθως ξεκινούν με χαμηλότερες αρχικές τιμές αιμοσφαιρίνης. Στις γυναίκες αυτές ισχύει μία στενή και τακτική παρακολούθηση ως προς τις τιμές του αιματοκρίτη, και φαίνεται πως και θεραπευτικά η παρεντερική χορήγηση σιδήρου απποτελεί τελικά την πιο αποτελεσματική μέθοδο αντιμετώπισης της αναιμίας.