Αιμοσφαιρινοπάθειες

Οι αιμοσφαιρινοπάθειες είναι μια ομάδα γενετικών ασθενειών που εκδηλώνονται με αναιμία.

Ανάλογα με το είδος της αιμοσφαιρινοπάθειας διακρίνονται σε ήπιες,ενδιάμεσες και βαριές μορφές της ασθένειας, συνηθέστερες των οποίων για τονπληθυσμό μας είναι η β-Μεσογειακή Αναιμία (β-ΜΑ, ασθένεια Cooley), η Δρεπανοκυτταρική Αναιμία (ΔΑ) και η α-Μεσογειακή Αναιμία.

Η κυριότερη αιμοσφαιρίνη της εμβρυικής περιόδου της ζωής μας είναι η αιμοσφαιρίνη F (F: fetus), ή HbF, που αποτελείται από 2 σφαιρίνες τύπου α και 2τύπου γ (HbF = α 2 γ 2 ). Η κυριότερη αιμοσφαιρίνη μετά τη γέννηση είναι η αιμοσφαιρίνη Α (Α: adult), που αποτελείται από 2 σφαιρίνες τύπου α και 2 τύπου β (HbA = α 2 β 2 ), ενώ μικρό ποσοστό των Hb κατέχει η HbA 2 (:α 2 δ 2 ). Το ποσοστό της HbA σε φυσιολογικό ενήλικο άτομο είναι 97,5%, ενώ η HbA 2 (α 2 δ 2 ) αντιστοιχεί σε περίπου 2,5% της συνολικής αιμοσφαιρίνης του αίματος. Αλλοιώσεις στην ποσότητα και τη δομή των α και β σφαιρινών ευθύνονται για την πρόκληση των συνηθέστερων αιμοσφαιρινοπαθειών στον άνθρωπο.

HbA (a2β2) HbF (α2γ2) HbA2 (α2δ2)

Ηλεκτροφόρηση αιμοσφαιρίνης
Αιμοσφαιρίνη A1: 96,5% -98,5% της ολικής αιμοσφαιρίνης ή 0,96 – 0,985 κλάσμα μάζας
Αιμοσφαιρίνη Α2: 1,5% -3,5% της ολικής αιμοσφαιρίνης ή 0,015 έως 0,035 κλάσμα μάζας
F αιμοσφαιρίνη: 0% -1% της ολικής αιμοσφαιρίνης ή μηδέν έως 0,01 κλάσμα μάζας
Ανώμαλη τύπους αιμοσφαιρίνης: Κανένας

Αιτία πρόκλησης της β-ΜΑ είναι οι παθογόνες μεταλλάξεις που συμβαίνουν στο γονίδιο της β-σφαιρίνης της ΗbA . H ασθένεια της β-ΜΑ προκαλείται όταν και τα δύο β-γονίδια που κληρονομούνται (ένα από κάθε γονέα) έχουν παθολογικές μεταλλάξεις (ομόζυγη β-ΜΑ). Ανάλογα με το είδος της μετάλλαξης μειώνεται η έκφραση του β-γονιδίου και ποικίλει αντίστοιχα η βαρύτητα της ασθένειας.

Υπάρχουν ήπιες μεταλλάξεις του β-γονιδίου που δεν διατρέχει, κατά κανόνα, ο οργανισμός κίνδυνο. Η τελική ωστόσο κατάσταση του ασθενούς εξαρτάται και επηρεάζεται και από άλλους παράγοντες, όπως η ταυτόχρονη παραγωγή εμβρυικής αιμοσφαιρίνης.

Οταν ο οργανισμός διαθέτει μόνο ένα μεταλλαγμένο γονίδιο (ετεροζυγώτης ή φορέας β-ΜΑ) ενώ το άλλο είναι φυσιολογικό, δεν υπάρχει καμιά επίπτωση στην υγεία του, παρότι επηρεάζονται οι αιματολογικοί δείκτες. Κατά κανόνα οι φορείς β-ΜΑ έχουν αυξημένο ποσοστό (περίπου 3-6%) της HbA 2.

Σύμφωνα με παλαιότερες στατιστικές μελέτες η συχνότητα των ετεροζυγωτών β-ΜΑ είναι ιδιαίτερα υψηλή και φτάνει το 8% στον πληθυσμό μας.

Για τους παραπάνω λόγους η Μοριακή Ανάλυση ιδιαίτερα για την πρόληψη της ασθένειας είναι καθοριστικής και πρωταρχικής σημασίας, ακόμη δε και για την ερμηνεία της κλινικής εικόνας των ασθενών.

Δρεπανοκυτταρικη Αναιμια: (ΔΑ)Πρόκειται για βαριά αιμολυτική αναιμία η οποία έχει από την παιδική ηλικία σοβαρέςεπιπτώσεις σε πολλά όργανα και συστήματα, αλλά και στην ανάπτυξη του οργανισμού. Επιπρόσθετα οι ασθενείς εμφανίζουν “κρίσεις πόνου” και συχνές λοιμώξεις. Οι ασθενείς χρειάζονται συνεχή ιατρική παρακολούθηση, συχνές επισκέψεις στα Ειδικά Τμήματα των νοσοκομείων.

Αιτία της ασθένειας είναι η παθογόνος (σημειακή) μετάλλαξη στο γονίδιο της β-σφαιρίνης. Αυτή προκαλεί τη σύνθεση της μεταλλαγμένης β-σφαιρίνης(β s ) και τηςαντίστοιχης HbS (α 2 β s 2 ) αντί της φυσιολογικής HbA (α 2 β Α 2 ). Όταν και τα δύο γονίδια που κληρονομούνται από τους γονείς έχουν την παθογόνο μετάλλαξη (ομόζυγη Δρεπανοκυτταρική Αναιμία) τότε στα ερυθρά αιμοσφαίρια του αίματος υπάρχει μόνο η HbS που προκαλεί τη δημιουργία δρεπανόμορφων κυττάρων. Τα κύτταρα αυτά ευθύνονται για την αναιμία και τα υπόλοιπα σοβαρά κλινικά συμπτώματα.

Α-Μεσογειακη Αναιμια: Αφορά την κατηγορία των αιμοσφαιρινοπαθειών όπου η βιοσύνθεση της α-σφαιρίνηςμειώνεται ή/και μηδενίζεται λόγω των μεταλλάξεων των α-γονιδίων. Η α-Μεσογειακή Αναιμία (α-ΜΑ) έχει μεγάλη ετερογένεια όσον αφορά στις επιπτώσειςκαι στην αιματολογική και γενικότερη κλινική εικόνα. Οταν ο οργανισμός φέρει μια οποιαδήποτε παθογόνο μετάλλαξη σε α-γονίδια (φορέας/ετεροζυγώτης α-ΜΑ), δεν έχει καμιά επίπτωση στην υγεία του, παρότι επηρεάζονται οι αιματολογικοί δείκτες (παράμετροι) και τα στοιχεία του.

Δ-Μεσογειακη Αναιμια: Η δ-Μεσογειακή Αναιμία (δ-ΜΑ) αφορά τα περιστατικά ατόμων όπου το ποσοστό της HbA 2 εμφανίζεται ελαττωμένο. Η HbA 2 (α 2 δ 2 ) αποτελεί μόλις το 2,5% περίπου των αιμοσφαιρινών του ανθρώπου, γι’αυτό και οποιαδήποτε μείωσή της από μόνη της δεν προκαλεί ασθένεια.

Αυξημένη HbF: Η αύξηση της εμβρυικής αιμοσφαιρίνης σε ενήλικα άτομα (>2% που θεωρείται φυσιολογικό ποσοστό) μπορεί να οφείλεται σε διαφορετικές καταστάσεις και δεν εμφανίζεται υποχρεωτικά σε παθολογικές περιπτώσεις.

Η εμβρυική αιμοσφαιρίνη (HbF) αποτελεί την κύρια αιμοσφαιρίνη κατά την εμβρυική ζωή, ενώ στην ενήλικη περίοδο αντικαθίσταται από την HbA, μειούμενηςτης παραγωγής της σε < 2%. Αύξηση της παραγωγής της HbF κατά την ενήλικη ζωήοφείλεται κυρίως: (α) σε μεταλλάξεις που ρυθμίζουν θετικά την παραγωγή της HbF,γνωστές ως Κληρονομική Παραμονή της HbF (HPFH) όπου η HbF κυμαίνεται από 3-20%, (β) σε μεταλλάξεις που προκαλούν Μεσογειακή Αναιμία (δβ-ΜΑ), όπου η HbF κυμαίνεται από 5-20%, και (γ) σε περιπτώσεις πασχόντων από Μεσογειακή Αναιμία ή Δρεπανοκυτταρική Αναιμία, όπου η επαγωγή της παραγωγής της HbF βελτιώνει την αιματολογική κατάσταση και την κλινική εικόνα των ασθενών. Τέλος, υψηλόποσοστό της HbF παράγεται (20-40%) σε περιπτώσεις συνδυασμών της ετερόζυγης β-ΜΑ και HPFH.

Share: